ἐρανάρχης

ἐρᾰν-άρχης, ου, ,
A president of an ἔρανος, collector of contributions to it, BGU1133.5 (i B.C.), D.L.6.63, Artem.1.35 (pl.), Harp. s.v. πληρωτής: —hence [suff] ἐρᾰν-αρχέω, hold this office, IG11(4).1223 ([place name] Delos).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερανάρχης — ἐρανάρχης, ὁ (Α) ο προϊστάμενος τού εράνου, αυτός που έχει αναλάβει τη συγκέντρωση τών εισφορών. [ΕΤΥΜΟΛ. < έρανος + άρχης (< άρχης) < άρχω)] …   Dictionary of Greek

  • ἐρανάρχαι — ἐρανάρχης president of an masc nom/voc pl ἐρανάρχᾱͅ , ἐρανάρχης president of an masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρανάρχαις — ἐρανάρχης president of an masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρανάρχην — ἐρανάρχης president of an masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρανάρχῃ — ἐρανάρχης president of an masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.